Δέηση


Γεννήθηκα σε μια χώρα με βαθύ ουρανό και λαμπερό ήλιο
κι όμως, είδα
μάτια θολά να τρέμουν πίσω απ'τα κλειστά παράθυρα,
μάτια να λαχταρούν ζωή,
μάτια να ιστορούν τη μοναξιά της γης μου΄
κι έγινε ο λόγος μου άυλος ψίθυρος
και το κορμί μου διάφανο σύνορο,
αδύνατο ν'αντέξει τ'ανθρώπινα που σείονται
Ποια μέτωπα να ξεπλύνω
και ποια στήθη να γυμνώσω;
Σε ποια χέρια τα χέρια μου να τρίψω
και σε ποια σπλάχνα το πάθος μου να βυθίσω;
Από ποια μάγουλα να πάρω το δάκρυ να το διαλύσω
στη συνείδηση της γης μου;
Δεν αντέχω πια να ξοδεύω την οδύνη μου
πλέκοντας το ένδυμα κάποιας υψηλής αλήθειας,
μακάρια συνομιλώντας με την ατελεύτητή μου πτώση
Μια έκρηξη αναμένω, μια έκρηξη που θα'ναι αρχή,
σαν φτεροκόπημα πουλιού,
σημαίνοντας τον θάνατο ενός ξεπερασμένου κόσμου
Μια έκρηξη
που να μπορεί να γίνει στάλα στοχασμού
που να μπορεί ν'ανάβει τους κόρφους της γης και τ'ανοικτά της σκέλη
που να μπορεί να δίνει φωτιά στον άνθρωπο να πιει σε ψηλό ποτήρι
Μια έκρηξη αναμένω, κι έναν κόσμο έφηβο
να με ξαναγεννήσει
© Μανώλης Μεσσήνης
 

Ον των παθών


Κοιτάξτε με!



Δεν είμαι πλάσμα μ’ένα κορμί
Δεν είμαι όραμα που ζει στη μέθη
Δεν είμαι ο ίσκιος μιας δύσης που συλλογίζεται τον ύπνο της ανατολής
                                                               Είμαι το γέννημα μιας Σύλφης
                                                               που χόρεψε τ’όνειρο μ’ολάνοιχτα μάτια
Ζω μες στ’απλωμένα χέρια μιας θλίψης που γίνεται λίμνη,
       μες στ’απλωμένα χέρια μιας λατρείας που γίνεται ποτάμι
       και ξεδιψά με την υψηλή του υγρασία το κορμί μου
Ζω κάτω απ’τη γύμνια μου και κάτω απ’το φως μου
Γεύομαι τις ηδονές
Γεύομαι τα χείλη μιας έκφρασης
Γεύομαι τις ώρες που δίχως νόημα Ιερό πεθαίνουν·
                 το νόημα που μια φωτιά δίνει στο λύγισμά μου
                 και στάλα στύβεται στο στόμα κάθε φλέβας μου
Μη με σκορπίζετε. Ω, μη σκορπίζετε το σχήμα μου
                                        πέρ’απ’τη μοναξιά του,
                                        πέρα απ’τη λευκή του σιωπή
Φτάνει που αναπνέω στο περίγραμμα του κόσμου
                                                                                              που γίνεται σάρκα μου,
                                                                                              τραγούδι της σάρκας μου –
                                                                                                                                                    χορός
Φτάνει που γεύομαι τον άνεμο
                                                          με χίλια στόματα,
                                                          με χίλια μάτια,
                                                          με χίλια αισθήματα
Άνθρωπος ανάμεσα στον άνθρωπο κι ανάμεσα στο πάθος
©Μανώλης Μεσσήνης


Συνείδηση


Συνείδηση,
     πόσα χρόνια δένω τον Μύθο σου,
     πόσα χρόνια ανακατεύω την ύλη
     να πήξει η μυστική σου ύπαρξη
Αναρίθμητες είναι οι νύχτες που τα πάθη μου
τρυπούν τυφλά το κορμί σου
δίχως να δαγκώσουν απ'την εξαίσια σάρκα
Συνείδηση,
     μόνο στον ίσκιο σου μπορώ
     και στ'αδειανό περίγραμμά σου να χωρέσω
Δείξε μου τη ματωμένη σου μορφή,
γίνε γυναίκα να βυθίσω το ανθρώπινο ρίγος μου,
γίνε ήχος να σ'ακούσω –
           ακτίνα να σε δω
κι αν είσαι την ώρα αυτή ένα με τη δοκιμασία
κι αν είσαι ένα με το αίμα του πληγωμένου μου αιώνα,
           ένα με την αγέννητη θυσία,
           ένα με τον τέλειο θάνατο,
                       θα σε δεχθώ


© Μανώλης Μεσσήνης
 

Εδώ θα σταθώ


Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου

Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά

Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για τις μέσα μου ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση, κι ανάβοντας φωτιές

Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη - σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες

Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορυφές

Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές

Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο,
έξω απ'τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν

Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε 



© Μανώλης Μεσσήνης

Λυγμικός σκοπός


Ήρθαν σκληρές του έρωτα οι φωνές,
υστερικές – γέλια σαρκασμοί
Ανατριχιαστικοί τριγμοί από εφηβείες φυτών
Ιαχές συριστικές από άγνωστες πηγές
Και πετούμενων εντόμων και κτηνών και ερπετών
συνουσιασμών θριαμβευτικές
ζωής και αθανασίας κραυγές
Η καρδιά μου αδύναμη να τις δεχθεί
Όρμησαν – στρατιές βαρβαρικές
Του χλωμού της ύπνου την κουρτίνα ξέσχισαν
Μ’εμπαιγμούς τη ράπισαν
Τρόμαξε. Κι έκλαψε πολύ
Ήρθαν απηνείς οι χυμοί του έρωτα,
έκλυτοι – από βίαιους καρπούς,
από κλώνους οργισμένους και κορμούς πληθωρικούς
Και πετούμενων εντόμων και κτηνών και ερπετών
συνουσιασμών χημώσεις,
ανυπότακτες ροές μαυλιστικές
Η καρδιά μου αδύναμη να τους δεχθεί
Την έζωσαν – ξεχύθηκαν και την έλουσαν
Πετριές παράφορες οι καρποί, τη κτύπησαν
Πόνεσε. Κι έκλαψε πολύ
Ήρθαν με δόλο οι πνοές του έρωτα
Ροές μέσα σε αρωμάτων φίλτρα
και σε αλχημείες σοφές
Μαγικές αναπνοές – λευκοί καπνοί
από αύρα καυτή, μυστικές ηδονές
Και πετούμενων εντόμων και κτηνών και ερπετών
συνουσιασμών θυμίαμα,
οσμές σπερματικές
Η καρδιά μου αδύναμη να τις δεχθεί
Σαν σπαθιές αόρατες ως βαθιά την έσχιζαν
Πνιγόταν. Κι έκλαψε πολύ
Ήρθε η θωριά του έρωτα
Θηρίο άγνωστο, φτερωτό
Η καρδιά μου αδύναμη να τη δεχθεί,
έτρεξε
Κρύφτηκε. Κι έκλαψε πολύ


© Μανώλης Μεσσήνης
 

Σαν ηχώ...


Ο άνεμος στροβιλίζει τους ίσκιους,
τις φωνές στους έρημους δρόμους,
την τέφρα ενός ονείρου στα πόδια μου,
κι ένα παράθυρο κλαίει την εγκατάλειψή του

Στον ορίζοντά μου απλώνεται η μορφή σου,
στον δρόμο μου ηχεί η ιστορία σου,
κι εσύ λικνίζεσαι στο άπειρο
με τον ήλιο που φυλάκισες στην ψυχή σου

και τις νύχτες που σε δέχονται τα όνειρά μου
σε συλλαβίζω,
γλυκιά και ανεπίστροφη θωπεία,
του στίχου μου θρυμματισμένη ελπίδα

                                       
Ποιος ουρανός μας νιώθει,
                                        με τη γη να ενωθεί...
 



© Μανώλης Μεσσήνης

Θυσία


Σ’εσένα ψυχή μου
πρόσφερα θυσία το φλεγόμενό μου πνεύμα
Σ’εσένα και τους θρήνους μου ακέραιους
κι εσύ γι’ανταμοιβή
με πάθη με στεφάνωσες·
για των ματιών σου την ευδαιμονία,
ως ύστατο εγκώμιο


© Μανώλης Μεσσήνης

Πίσω από τις πόρτες ii


Σ’ένα μακρόστενο δωμάτιο,
–πελώριο στόμα στο πρόσωπο της πόλης–
η πόρτα έκλεισε

Ξαπλωμένη η γυναίκα
γυμνή πάνω στη λευκή γλώσσα του κρεβατιού
Τα στήθη της σαν δυο αυγά,
γέμισαν τις κοκάλινες θήκες των χεριών του
Οι τοίχοι ανεβοκατέβαιναν
Το ταβάνι γινόταν πάτωμα
και τα ξύλα του παρκέ μάτια πατημένα, θαμπά
Ένα αυτοκίνητο ακούστηκε
Γύρνα, της είπε
Το πρόσωπό της τσαλάκωσε πάνω στο λευκό σεντόνι
Μύριζε ανδρικό εσώρουχο
Κάποιος απ’τον δρόμο σφύριζε
Άνοιξε τα μάτια
Ένα κουνούπι πατημένο στη φτέρνα του τοίχου,
κι ο λεκές κίτρινος στο σεντόνι
Το χέρι του τράβηξε τα μαλλιά της
Η ώρα πέρασε απ’τα μάτια της μπροστά
Τέσσερις και πέντε
“Πέντε και πέντε πρέπει να φύγω”, σκέφτηκε

Κρυώνει η γυναίκα
Γυμνή στη φούχτα του κρεβατιού
συλλογίζεται :
“Όταν χαμηλώνουν τα φώτα της πόλης
βουλιάζουν οι συνειδήσεις
Τ’αχίνια των ματιών κλείνουν
και εισέρχονται οι άνθρωποι
στις βραχώδεις σπηλιές των ίσκιων
Μέσα εκεί, η σιγαλιά των βυθών
Μέσα εκεί, τα σώματα αιωρούνται
σαν τεράστια πολύχρωμα ψάρια,
και ο ήλιος πήζει τις διάφανες ακτίνες του…”

Ο τοίχος μακρύς,
σμίγει στ’ακρόχειλο με το ταβάνι
Γράφει μια άσπρη φωτεινή γραμμή
Το χερούλι της ντουλάπας είναι στραβό
Το χαλί έχει ξεφτίσει στις άκρες
Κενό. Ένα τεράστιο κρύο κενό
Πλατύ κενό, μέσα της

Πλησιάζει στο παράθυρο η γυναίκα
Σηκώνει το βλέφαρο της κουρτίνας
Το φεγγάρι τρεμοπαίζει,
σαν μάτι μεθυσμένου
Στην πόλη τα φώτα έσβησαν
Και οι χλιαρές συνειδήσεις
Μόνο τα μάτια από τους αόρατους φεγγίζουν,
αντανάκλαση των ζωντανών

Το δωμάτιο σκοτεινό
Το πάτωμα θαμπό
Ταπεινώνουν τα μάτια της γυναίκας
Πέντε και δεκαοκτώ
Η πόρτα έκλεισε


© Μανώλης Μεσσήνης

Πίσω από τις Πόρτες i


Το κτίριο μαύρες γραμμές
Ερμαφρόδιτες σκέψεις χορεύουν
μες στους θόλους του μυαλού, γυμνές
Κάτασπρες οι σκάλες
Ο διάδρομος μακρόλαιμος
Το κλειδί τρίζει
η πόρτα ζωντανεύει
Οι τοίχοι ακούν

Ένας μεγάλος φωτεινός λεκές στο χαλί,
σταματημένος ήλιος στο δωμάτιο

Και οι κουρτίνες διάφανη σάρκα

Γύρω απ’το σώμα μου το σκοτάδι σφίγγει,
γλοιώδες, σαν ένα θαλάσσιο φίδι

Βαδίζω αργά ανάμεσα απ’τα κούφια έπιπλα
που αντηχούν περίγελους
Μικρά ανθρωπάκια ξεπετάγονται,
δείχνουν τη γλώσσα τους,
γελούν και απλώνουν μέχρι τ’ακρότοιχα
Φτύνουν μες στο στόμα μου τ’ανθρωπάκια
και χάνονται κάτω απ’το χείλος του χαλιού

Το ψάρι άρχισε να φουσκώνει μες στο ενυδρείο,
να μεγαλώνει
Σπάει το γυαλί και ξεχύνεται, κατακόκκινο,
με μάτια ψόφια
Τα λέπια μεγαλώνουν, κόβουν το πετσί μου,
μαχαίρια λερά

Στο ταβάνι μια μαύρη γραμμή –
μακραίνει, προχωρά και χάνεται
στο ακρόσμιγμα των τοίχων

Η πόρ
τα είναι κλειστή

 
© Μανώλης Μεσσήνης
 

Στάχτες


Σιωπή! Παίζεται ένα δράμα


Κοιτάξτε πώς καίγεται εκείνη η σελίδα,
   και είναι καλής ποιότητας χαρτί,
   από εκείνα που ό,τι γράφουν πάνω τους διαβάζεις
   και ταυτόχρονα τα καις

Κοιτάξτε καλά εκείνη τη σελίδα,
   του δράματος το ιντερμέτζο
   πιο πυρωμένο τώρα από ποτέ,
έγραφε για την τυφλή του κόσμου ηθική


Κοιτάξτε, και σιωπή
Εκείνη η σελίδα δεν μολύνει πια,
δεν κηλιδώνει πια τις άλλες σελίδες·
   εκείνη η μία στην πυρά κι αυτές αειμακάριστες·
   γεμάτες λέξεις όμορφες μιλούν για έναν παπαγάλο
   που άνοιξε το ράμφος του για λίγο μαϊντανό


Κοιτάξτε, αλλά προσέξτε!
Παίζεται ένα δράμα
Οι στάχτες χορεύουν πάνω απ’την πυρά


©Μανώλης Μεσσήνης

Το Μύθευμα


Κατήφορος!
Μονόπρακτο δράμα αμαρτωλού θεού
που εκλιπαρεί εραστές ειδωλολάτρες
να λατρέψουν τους πύρινους βωμούς του,
να δώσουν τη γνώση τους θυσία στου φόβου την πυρά
ξορκίζοντας την απειλεί, εκείνη τη σοφία – που έγινε αιτία
έκπτωτοι να γίνουν οι κυρίαρχοι


Κόλαση!
Χίλιες και μία τραγωδίες σε μονόπρακτα αφορισμού
Σοφίτες μυαλά στο αίμα υποταγμένα
Ποιος, του λόγου άριστος, έγραψε το μύθευμα
σκορπώντας φλόγες στο χάος
δημιουργώντας παραισθήσεις φωτός
κλείνοντας τον στοχασμό στον πύργο της Βαβέλ;

Ιδού!
Μασκαρεμένες φιλοσοφίες που έγραψαν ιστορία,
για να είναι η σκέψη εξαρτημένη από το μηδέν, κι ύστερα
το πτώμα της αλήθειας, στην άκρη πεταμένο,
στο περιθώριο των αιώνων που μοιάζουν με ανάσα, δύσοσμη

Δεν υπάρχουν ήρωες να μας χλευάσουν,
μόνο ηρώα με λέξεις χαραγμένα, που διχάζουν –
που αφορίζουν και τρομάζουν
σβήνοντας το φως απ’τα μάτια του κόσμου

Φθορές και ρωγμές σε παρακμάζουσες αναληθείς εικόνες
μα, τα βλέφαρα του νου κλειστά
Κι αν ο ήλιος στο διάβα του δεικνύει την αλήθεια
ξεγυμνώνοντάς την χωρίς ντροπή,
η λάμψη του πονάει, πληγώνει και μισιέται

Μονομάχος ο άνθρωπος, κάποτε σοφός
αγκομαχώντας – ματωμένος
ανεβαίνει τον Γολγοθά του σαν άλλος Χριστός

Ιδού ο αφορισμός του : Εγώ ειμί ο υιός του Θεού!



©Μανώλης Μεσσήνης